Να σε προσέχει να της πεις



Πέμπτη βράδυ. Ξεκούρδιστες ροκ μελωδίες και χαμηλός φωτισμός. Το κορμί στριμωγμένο στη γωνία ενός υπόγειου συνοικιακού μπαρ. Το ποτήρι της τεκίλα άδειαζε για να δώσει τόπο στο επόμενο.


Κάθε φορά η ίδια εθιμοτυπία. Με το που το ημερολόγιο στον τοίχο χτυπάει την ημερομηνία μας, τρέχω να θάψω την κακόκεφη διάθεσή μου μέχρι το ρολόι να χτυπήσει δώδεκα τα μεσάνυχτα και να λήξει ο εφιάλτης της θύμησης.

Άτιμο πράγμα ο νους. Ατίθασος. Θαρρείς πως τον στριμώχνεις μέσα στα απαγορευμένα ντουλάπια του παρελθόντος κι έρχεται μια γαμω-υπενθύμιση και σου φέρνει τα πάνω-κάτω. Ξυπνούν εικόνες που επιμένουν να περνούν σαν ενοχλητικά flashback στον ξύπνιο σου. Χώνουν την ανάμνηση πιστόλι στον κρόταφο και σου ζητούν να παραδοθείς ή απειλούν να σε σκοτώσουν εν ψυχρώ.

Παίρνει καιρό να μάθεις να συμπλέεις με τα κενά σου. Παίρνει καιρό να τα συνηθίσεις, να μάθεις να τα φιλάς προστατευτικά και να μην τα σιχαίνεσαι. Θέλει χρόνο μέχρι να συμβιβαστείς με την ιδέα πως πρέπει να συνεχίσεις ως μισός άνθρωπος.

Γιατί έτσι λειτουργεί η απώλεια. Παίρνει μαζί της κι ένα κομμάτι στο φευγιό της και σου πετάει στα μούτρα μια ιατρική διάγνωση πως είσαι επαρκής να συνεχίσεις. Με κουτσουρεμένα πόδια, με σπασμένα χέρια… αδιάφορο της είναι. Άμα γλιτώνεις το σμπαράλιασμα, σου δίνει ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη και λέει: «προχώρα».

Κάπου εκεί ανάμεσα σε σκέψεις, μέθη και τσιγαρίλα σε είδα. Πέρασες το κατώφλι της πόρτας με την αγκαλιά γεμάτη στα δεξιά. Ήρθες και κάθισες αλαζονικά απέναντι, έτσι για δεις να με διαλύει η καινούργια αρχή σου.

Μικρός και παιδιάστικος πάντα ο τρόπος σου. Εξαρτιόσουν απ᾽ την ηδονή της εκδικητικής ανταπόδοσης. Έμαθες να σέρνεις τα βαριά βήματά σου και να κάνεις ενοχλητικό θόρυβο στη μοναξιά των ανθρώπων που κάποτε υποβαστούσαν τους ώμους σου. Που γκρέμιζαν με στοργή τις ανασφάλειες και περνούσαν με φροντίδα τα δάχτυλα ανάμεσα στα μαλλιά σου κάθε φορά που ίδρωνες από εφιάλτες.

Περνούν τα χρόνια και ξεχνούν οι άνθρωποι. Ποιος τους στήριξε, ποιος τους πρόδωσε, ποιος έκοβε τον κώλο του μέσα στη βροχή για να δώσει ένα φιλί όταν το είχαν ανάγκη.

Δε σου κράτησα κακία. Δε γινόταν εξάλλου. Δυο άνθρωποι που υπήρξαν κάποτε μαζί και που αγαπήθηκαν ως τα μπούνια δεν μπορούν να μισήσουν ποτέ ο ένας τον άλλον. Γιατί όσα λάθη και να έχουν κάνει, όσους κακούς χειρισμούς κι αν ακούμπησε ο εγωισμός στο τραπέζι, τελικά, αυτό που μένει είναι όλες οι στιγμές της αδυναμίας που κλείστηκαν στους τοίχους ενός δωματίου. Είναι οι αθέατες στιγμές που βρήκαν θαλπωρή ανάμεσα σε δυο ζευγάρια χέρια κι έμειναν μπλεγμένα ως το ξημέρωμα.

Να σε προσέχει να της πεις. Να μην ξεχνάει να σου σκεπάζει τα πόδια τα βράδια που φέρνεις τούμπα την κουβέρτα και μένεις παγωμένος σαν στραβοχυμένο οχτάρι.

Να σε φροντίζει να της πεις. Να βάζει τα μπισκότα σοκολάτας σου στο ψυγείο, γιατί γκρινιάζεις όταν είναι σε θερμοκρασία δωματίου. Και στον καφέ σου να βάζει λίγο τσιμπημένη τη ζάχαρη γιατί ποτέ κανείς δε σου πετυχαίνει τη δοσολογία.

Όταν παίζετε τάβλι να παίρνει τα κόκκινα πούλια και να σε αφήνει να την κερδίζεις γιατί κατεβάζεις κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα και μπορεί να παίζεις μέχρι το βράδυ προκειμένου να πάρεις τη ρεβάνς.

Να διαλέγει ταινίες δράσης γιατί σε πιάνουν τα νεύρα σου με τις ρομαντικές αμερικανιές του σινεμά και βγάζεις σπυριά από την ανία. Ξεκινάς έναν εξάψαλμο για την επόμενη εβδομάδα που δεν έχει τελειωμό και γίνεσαι ανυπόφορος.

Κι όταν πίνεις και γίνεσαι σκατά να μη στη λέει. Εσύ είσαι από τους λίγους που γίνεσαι εξομολογητικά γλυκός μέσα στη μέθη σου. Ξεδιπλώνεις τις λέξεις που κρατάς σφιχτά ανάμεσα στα δόντια και δε φοβάσαι μήπως φανείς αδύναμος μπροστά στον έρωτα.

Να σε παρηγορεί ακόμη κι αν λες πως είσαι δυνατός κι αντέχεις. Γιατί δεν είσαι παρά ένα μικρό παιδί που ζει φοβισμένο μέσα στην ανάγκη να το αγαπήσουν. Το αναζητάς το χάδι και θες ν᾽ ακουμπήσεις το κεφάλι στα γόνατα για ν᾽ ακούσεις πως κάποιος είναι δίπλα σου και σε στηρίζει.

Να σε προσέχει να της πεις και την προσέχεις κι εσύ. Ο έρωτας μας χτυπά λίγες φορές την πόρτα κι αν του την κλείσουμε, θα θυμώσει και θα μας αγνοήσει. Θα μας πετάξει σε ρηχούς ανθρώπους που θα κουνούν άβουλα το κεφάλι κι εμείς θα νιώθουμε μόνοι μέσα στην επιφάνεια της συντροφικότητας.

Να μάθεις από τα λάθη μας και να προσπαθήσεις να χτίσεις μια ευτυχισμένη ζωή στο πλάι της. Να χαμογελάς και να βρεις την ηρεμία που πάντα αναζητούσες.


Όσο για μένα, θα πιω το τελευταίο μου ποτό και θα φύγω. Θα ανέβω τα σκαλιά κι εκεί στον καθαρό αέρα θα λυγίσω. M᾽ ένα ξεψυχισμένο «σ᾽ αγαπώ» να βγαίνει σχεδόν σαν ψίθυρος απ᾽ τα χείλια μου.

ΈΛΕΝΑ ΦΛΏΡΟΥ

http://www.psixologikosfaros.gr/article_det.asp?artid=6670

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΑΤΑΝΙΚΉ ΣΎΜΠΤΩΣΗ Ή ΘΕΊΑ ΔΊΚΗ;…ΜΙΑ ΑΠΊΣΤΕΥΤΗ ΙΣΤΟΡΊΑ ΑΠΙΣΤΊΑΣ!

Πώς συνδέεται ο έρωτας με τη σχέση με τους γονείς μας;