Ήρθες από το πουθενά κι έγινες τα πάντα



Μπήκες στη ζωή μου αθόρυβα. Ένα ασήμαντο γεγονός, μια ασήμαντη γνωριμία. Τότε δεν είχα δώσει βάση. Δε με ενδιέφερε. Αλήθεια θυμάσαι τον τρόπο που γνωριστήκαμε;

Ήταν στο λεωφορείο. Καθόσουν δίπλα μου, ενώ κοίταζες τριγύρω σου ανήσυχος. Καινούργιος στην περιοχή, δεν είχες ιδέα απ᾽ τα τοπικά λεωφορεία.
«Κάνει στάση στον ηλεκτρικό;», ήταν η πρώτη σου κουβέντα. Σου απάντησα θετικά με τη γνωστή μου ξινίλα.

Δεν πτοήθηκες απ᾽ τα αντιπαθητικά μου μούτρα, όμως, και συνέχισες να μου μιλάς. Ξεκίνησες να μου λες την ιστορία σου: πως ήσουν απ᾽ την επαρχία και πως είχες κατέβει Αθήνα για σπουδές. Μόνο αυτά θυμάμαι γιατί δε σε πρόσεχα.

Εσύ μίλαγες κι εγώ κούναγα το κεφάλι μου για να δείξω πως άκουγα. Φτάσαμε στον ηλεκτρικό και χάρηκα που επιτέλους θα έφευγες.

Μη με παρεξηγείς που τα λέω έτσι ωμά. Έτσι ήμουν τότε. Ψυχρή, μοναχική, χωρίς πολλές ορέξεις για ανούσιες γνωριμίες. Προτιμούσα να περνάω τον χρόνο μου στο σπίτι. Μόνη μου. Ν᾽ ακούω τη μουσική μου, να βλέπω τις αγαπημένες μου σειρές στο ίντερνετ και ν᾽ αυξάνω τις πιθανότητες μου για καρκίνο των πνευμόνων κάνοντας τα αγαπημένα μου Μarlboro.

Δε μου έλειπε κάτι. Ή μάλλον έτσι νόμιζα.

Μετά από μερικές μέρες σε ξαναείδα στο λεωφορείο. Έπρεπε να το πάρω απόφαση πως θα σε συναντούσα συχνά, εφόσον πλέον ήσουν στην περιοχή.
Πράγματι, σε έβλεπα τρεις, μπορεί και τέσσερις φορές τη βδομάδα. Στην αρχή σου απαντούσα περισσότερο από ευγένεια παρόλο που ένιωθα σαν αγγαρεία το να μιλάω μαζί σου.

Περνούσε, όμως, ο καιρός και σιγά-σιγά άρχισα να χαίρομαι που μιλούσαμε. Μαζί σου ένιωθα μια ανεξήγητη οικειότητα. Μου άρεσες γιατί είχες πάντα πράγματα να πεις, σου άρεσε να μιλάς. Έκανες τον άλλον να αισθάνεται σημαντικός.

Τα μάτια σου ήταν πάντα χαμογελαστά, λες κι αγαπούσες τον κόσμο ολόκληρο. Είχαν μέσα τους μια γλυκιά αθωότητα, μια απονήρευτη αφέλεια. Αυτός ήταν μάλλον ο τρόπος σου για να παραπλανάς τα θύματά σου.

Μια μέρα, ήρθε κι η πρόταση για καφέ. Όταν βγήκαμε, συνειδητοποίησα κάτι που τον πρώτο καιρό δεν ήθελα να παραδεχτώ. Ότι σε ήθελα. Το πρώτο μας φιλί στο τέλος του ραντεβού έβαλε τέλος σε κάθε μου αμφιβολία.

Γύρισα σπίτι και ξάπλωσα στο κρεβάτι, επαναφέροντας στο μυαλό μου όσα έγιναν. Τα σκεφτόμουν ξανά και ξανά και περίμενα μ᾽ ανυπομονησία την επόμενη συνάντησή μας.

Συναντηθήκαμε πάλι και πάλι. Κλείσαμε συνολικά έξι μήνες γνωριμίας. Έξι μήνες που ζούσα μόνο για σένα. Μόνο για τη στιγμή που ήμουν μαζί σου.

Ξαφνικά χάθηκες. Δεν απαντούσες πουθενά. Άρχιζα ν᾽ ανησυχώ. Νόμιζα ότι είχες πάθει κάτι και πέρασα απ᾽ το σπίτι σου. Ούτε εκεί ήσουν.

Ευτυχώς με είδε η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας και μου είπε πως έφυγες για λίγο καιρό στο χωριό. Δεν μπορούσα να εξηγήσω τι συνέβαινε. Γιατί να φύγεις έτσι ξαφνικά χωρίς να μου πεις τίποτα;

Άρχιζα να σκέφτομαι διάφορα. Ότι έπαθαν κάτι οι δικοί σου, ότι συνέβη κάτι τραγικό και διάφορα τέτοια. Τελικά η αλήθεια ήταν πολύ πιο απλή.
Είχες κλείσει τρεις εβδομάδες εξαφανισμένος κι εγώ δεν είχα κλείσει μάτι. Έκλαιγα συνέχεια κι ας σιχαινόμουν τον εαυτό μου όταν το έκανα.

«Γεια σου τι κάνεις;» μου έστειλες μια μέρα στο κινητό σαν να μη συνέβη τίποτα.
Ήμουν τρομερά οργισμένη που χάθηκες χωρίς καμιά εξήγηση, αλλά ήμουν κι ερωτευμένη κι αυτό ξεπερνούσε την οργή μου. Αρχίσαμε να συναντιόμαστε όπως παλιά και δε σε ρώτησα τίποτα. Με ένοιαζε μόνο ότι σ᾽ έβλεπα, ότι σ᾽ άγγιζα, ότι ήμουν πάλι κοντά σου.

Αφέθηκα στην επιθυμία μου για σένα και έχασα κάθε ίχνος εγωισμού.

Μετά από λίγο καιρό ήρθε κι η δεύτερη, άνευ λόγου κι αιτίας, εξαφάνιση. Πάλι δεν έδωσες κανένα σημείο ζωής.Έκανες την εμφάνισή σου με τον ίδιο τρόπο, μόνο που δε με ρώτησες τι κάνω.

Ζήτησες να μιλήσουμε. Όχι, βέβαια, από κοντά. Δεν είχες το θάρρος.
Είπες πως έχεις σχέση με μια κοπέλα απ᾽ το χωριό σου, πως είστε καιρό μαζί και πως δε θες άλλο να την κοροϊδεύεις. Μου ζήτησες, εν ολίγοις, να σε ξεχάσω.

Εσύ που ήρθες στη ζωή μου απρόσκλητος και την έκανες άνω-κάτω, μου ζητούσες να σε σβήσω οριστικά. Λες και υπάρχει κάποιο κουμπί ξε-αγάπης πάνω μας, που, όταν το πατάμε, διαγράφονται όλα τα συναισθήματα και οι αναμνήσεις.

Έχω πολλούς λόγους για να σε μισώ, μα δεν μπορώ να σε μισήσω. Ποτέ δε θα μπορέσω. Μπορεί τώρα να μην βλεπόμαστε, όμως, στο μυαλό μου υπάρχεις μόνο εσύ.

Έχω την τρελή ελπίδα πως κάποτε μπορεί όλα ν᾽ αλλάξουν. Ίσως μια μέρα να είμαστε ξανά μαζί.

Μαρία Δημητράσκου
http://www.psixologikosfaros.gr/article_det.asp?artid=6436

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΑΤΑΝΙΚΉ ΣΎΜΠΤΩΣΗ Ή ΘΕΊΑ ΔΊΚΗ;…ΜΙΑ ΑΠΊΣΤΕΥΤΗ ΙΣΤΟΡΊΑ ΑΠΙΣΤΊΑΣ!

270+ δωρεάν πρότυπα βιογραφικών σημειωμάτων

Θεραπεία για τον υποθυρεοειδισμό και τον υπερθυρεοειδισμό